Ετικέτες

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Το νέο «Νέο Κύμα» της ελληνικής μουσικής

Περίπου πριν μισό αιώνα, ο παραγωγός της δισκογραφικής εταιρείας «Lyra», Αλέκος Πατσιφάς, εισάγει στην ελληνική μουσική ορολογία τον όρο «Νέο Κύμα» για να χαρακτηρίσει ένα ρεύμα, του οποίου η επιρροή που θα ασκούσε στο ελληνικό τραγούδι, ήδη διαφαίνονταν πολύ ισχυρή. Και έτσι, μεταφέροντας την nouvelle vague του γαλλικού cinema σε ελληνικά μουσικά δεδομένα, ο Γιάννης Σπανός, η Αρλέτα, ο Κώστας Χατζής, η Καίτη Χωματά, ο Γιώργος Μαρίνος, και τόσοι πολλοί ακόμα απέκτησαν ένα δικό τους μουσικό «σπίτι» μέσα στο οποίο είχαν την δυνατότητα να δημιουργήσουν ήχους που δεν θα μπορούσαν να σταθούν σε κανένα από τα ήδη υπάρχοντα ρεύματα εκείνης της εποχής. Μάλιστα, αν κανείς εξέταζε σήμερα την ποιότητα όλων αυτών των έργων που δημιουργήθηκαν κάτω από την σκεπή του Νέου Κύματος, θα διαπίστωνε ότι ο διαχρονικός χαρακτηρισμός του ως «ελαφρό τραγούδι» ήταν τουλάχιστον άδικος. Όχι επειδή δεν ήταν όντως ελαφρό, αφού πραγματικά, ακριβώς επειδή ήταν τέτοιο, μπόρεσε και απευθύνθηκε τελικά σε ένα τόσο ευρύ κοινό, αλλά επειδή η λέξη «ελαφρό» χρησιμοποιήθηκε (και ενίοτε ακόμη χρησιμοποιείται) όχι ως απλός χαρακτηρισμός του είδους, αλλά ως κατηγορία εναντίον του.
Στην πραγματικότητα, ο στίχος του ήταν ερωτικός και πολύ συχνά κοινωνικοπολιτικός, εντελώς διαφορετικός όμως από τον τρόπο που προσέγγιζαν τα ζητήματα αυτά ως τότε τα υπόλοιπα ρεύματα της ελληνικής μουσικής.
Και μέσα από αυτό το τελευταίο σχόλιο περί θεματολογίας, νομίζω ότι είναι πλέον ώρα να ασχοληθούμε με την εξέλιξη της υπόθεσης της πολυσυζητημένης σύγχρονης ελληνικής μουσικής, την οποία πολλοί επιλέγουν να κατακρίνουν ως ελλειμματική από κάθε δυνατή άποψη, λίγοι όμως επιλέγουν πραγματικά να την ακούσουν, να την ψάξουν, να την αναλύσουν και να της ασκήσουν εποικοδομητική κριτική. Αρκούνται στα εύκολα τσιτάτα που θεοποιούν τον Μάνο και τον Μίκη, χώνουν και έναν Λοΐζο στη μέση για να πουλήσουν «εντεχνίλα» (άσχετα αν νομίζουν ότι ο «Μέρμηγκας» είναι ένα παιδικό τραγουδάκι) και τέλος, πετάνε και 2-3 ρεμπέτες μια που είναι και της μόδας σήμερα και θεωρούνται πλέον ποιοτικοί, ενώ συμπυκνώνουν ολόκληρο το φάσμα της σύγχρονης ελληνικής μουσικής σκηνής σε φράσεις του τύπου «μόνο σουξεδάκια γράφονται σήμερα».
Έχουν απόλυτο άδικο όμως. Η σύγχρονη ελληνική μουσική ήδη έχει αρχίσει να εμφανίζεται δυναμικά, με εναλλακτικούς ήχους και πολύ φρέσκο στίχο που φέρει χαρακτηριστικά της ίδιας της εποχής μας όπως, για παράδειγμα, η χρήση αντιποιητικών λέξεων, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει ποικιλοτρόπως και τον απέραντο σεβασμό της στην τεράστια μουσική κληρονομιά της Ελλάδας, καλύπτοντας ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής μουσικής, από το (περιφρονημένο) δημοτικό τραγούδι μέχρι το Νέο Κύμα του ’60, και από τους Ρεμπέτες του ‘20 μέχρι το πολιτικό τραγούδι της χούντας και της μεταπολίτευσης.
Είναι πιθανό οι μουσικολόγοι να διαφωνούσαν σχετικά με το αν πρόκειται περί ενός νέου μουσικού ρεύματος ή όχι . Ωστόσο, είναι γεγονός ότι παρατηρείται, μια απότομη εμφάνιση των καλλιτεχνών που, αυθαίρετα θεωρώ ότι το απαρτίζουν (ίσως ακόμα και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες να διαφωνούσαν ως προς αυτό), ενώ απευθύνονται σε ένα νεαρό κοινό, το οποίο όμως, μέχρι τώρα έβρισκε μουσική διέξοδο αποκλειστικά στο λεγόμενο έντεχνο τραγούδι, στο ποιοτικό λαϊκό, στα ρεμπέτικα, στο ελληνικό ροκ και στις υπέροχες μουσικές που γράφτηκαν τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70.
Δεν είναι όμως αυτά τα κύρια χαρακτηριστικά που με οδηγούν στο να τους ομαδοποιήσω. Το βασικό κοινό τους χαρακτηριστικό είναι μια ακαθόριστη, ασαφής, αόριστη εσωτερική θετική ενέργεια που διαπνέει το έργο τους, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μιλάμε για εντελώς άσχετα μεταξύ τους μουσικά και στιχουργικά ύφη.
Πρώτος διδάξας όλων αυτών ήταν ο Φοίβος Δεληβοριάς, ο οποίος, για πολλά χρόνια φαινόταν να αποτελεί ένα ρεύμα από μόνος του. Όμως κάποια στιγμή, τα πιτσιρίκια που κάποτε ίσως άκουγαν Φοίβο, μεγάλωσαν και άρχισαν να δημιουργούν δικά τους πολύ ξεχωριστά πράματα. Καλλιτέχνες όπως οι Burger Project, o Λεωνίδας Μπαλάφας, ο Ζακ Στεφάνου, οι Locomondo, η Μάρω Μαρκέλλου, η Monica, o Δημήτρης Καρράς, ο Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος, o Στάθης Δρογώσης, ο Πάνος Μουζουράκης, ο Κωστής Μαραβέγιας και πολλοί ακόμα. (το αίσθημα ότι έχω αφήσει πολλούς έξω από αυτόν τον σύντομο κατάλογο είναι πολύ έντονο αυτή τη στιγμή, και πραγματικά άσχημο)
Η αλήθεια είναι ότι ο τίτλος που προσωπικά δίνω σε αυτή τη νέα φουρνιά καλλιτεχνών ως το «νέο Νέο Κύμα», είναι απολύτως αυθαίρετος. Σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο ήχος του αποτελεί κάποιου είδους συνέχεια του Νέου Κύματος όπως το κατασκεύασε ο Πατσιφάς το ‘60, ούτε ότι συγκρίνονται σε κάποιον, προφανή τουλάχιστον, βαθμό τα δύο αυτά ρεύματα.
Ακούστε τους όμως, γιατί μόνο τότε θα αντιληφθείτε ότι σήμερα γράφονται πολύ όμορφα τραγούδια, που δεν ακούγονται στα ραδιόφωνα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, που δεν παίζονται στα κανάλια (ανεξαιρέτως), που, όμως, οι καλλιτέχνες που τα γράφουν και τα ερμηνεύουν έχουν πολλά πράματα να εκφράσουν και μάλιστα με πολύ πιο διαφορετικούς τρόπους από τους συνηθισμένους.

Μετάβαση στην Κόρινθο: αδύνατη!

Ίσως να ήταν χρήσιμο να ξεκινούσε αυτό εδώ το άρθρο με έναν πίνακα τιμών, έτσι ώστε να συνειδητοποιήσει ο καθένας το κόστος της μετάβασης από την πρωτεύουσα στην Κόρινθο.

Η χυδαία και αδικαιολόγητη αύξηση των τιμών στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς στην Αθήνα έφερε και μια επίσης χυδαία και απολύτως αδικαιολόγητη αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων του Προαστιακού, εκτοξεύοντας το κόστος για ένα άτομο που θέλει να μεταβεί (μετ’ επιστροφής) στην Αθήνα από τα 12€ στα 18 για όσους δεν δικαιούνται έκπτωση, ενώ για όσους την δικαιούνται από τα 6€ στα 9!!! Και όλα αυτά σε καμία περίπτωση δεν συνοδεύτηκαν από την πολυαναμενόμενη από διετίας μετατροπή της γραμμής σε ηλεκτρική, ούτε από την υποτιθέμενη μείωση του χρόνου του ταξιδιού.

Ο Προαστακός, που από μέσο-διαμάντι έχει μετατραπεί τα τελευταία δύο χρόνια σε μέσο-σκουπίδι, που το μόνο που αλλάζει είναι η ολοένα και πιο προκλητική συμπεριφορά των υπαλλήλων του και που οι σταθμοί του φαίνεται να καταρρέουν μέρα με τη μέρα, με αυτή την τρομακτική αύξηση το μόνο που καταφέρνει, εκτός από το να εκτοξεύει τα κέρδη του, είναι να ρημάζει την Κόρινθο, το Κιάτο και όλες τις υπόλοιπες περιοχές που συνδέει με την Αθήνα.

Όταν ομάδες των πιο συνεπών φοιτητών των πανεπιστημιακών τμημάτων της πόλης μας αρχίζουν να διστάζουν να προσέλθουν στα μαθήματα όχι λόγω μιας κακώς εννοούμενης φοιτητικής νοοτροπίας, αλλά λόγω του επιπλέον πλήγματος της οικονομικής τους κατάστασης που αποφέρει κάθε ταξίδι στην Κόρινθο, τότε αποδεικνύεται με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι η κατάσταση έχει φτάσει σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο.

Έτσι λοιπόν, η άρνηση πληρωμής των εισιτηρίων του Προαστιακού αλλά και στο αστικό ΚΤΕΛ που επίσης αύξησε τις τιμές του για διαδρομές των 3 λεπτών από το 1€ στο 1,40(!!!), καθίσταται πλέον απολύτως νομιμοποιημένη αφού η αύξηση των εισιτηρίων, όχι απλά δεν επήλθε λόγω καλύτερων προσφερόμενων υπηρεσιών ή αύξησης του κόστους λειτουργίας της εταιρίας (η μείωση, μάλιστα, του προσωπικού είναι εμφανής σε κάποιες περιπτώσεις) αλλά αντ’ αυτού, παρατηρεί κανείς την απόλυτη εγκατάλειψη των σταθμών, των συρμών και, φυσικά, των ίδιων των επιβατών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα είχε για κάποιον που χρησιμοποιεί συχνά το εν λόγω μέσο, να επισκεφθεί την ιστοσελίδα της TραινΟΣΕ (www.trainose.gr) για να διαπιστώσει ιδίοις όμασι τα απίστευτα ψεύδη και υπερβολές που αναφέρονται εκεί, ειδικά σε σελίδες όπως «Φροντίδα πελατών» και «εταιρικό προφιλ».

Το ζήτημα είναι πολύ μεγάλο και ειδικά σε συνδυασμό με τα κινήματα άρνησης πληρωμής στα μέσα που δεν προσφέρουν υπηρεσίες που να δικαιολογούν τις υψηλές τιμές των εισιτηρίων τους και το κίνημα εναντίον της καταβολής των παράνομων διοδίων, είμαι βέβαιος ότι το θέμα δεν θα πάψει να συζητιέται. Αποτελεί δικαίωμα αλλά και υποχρέωση των Κορίνθιων να αντιδράσουν! Να συστρατευθούν και να στηρίξουν τέτοια κινήματα και να αρνηθούν σε 2-3 εταιρίες να πλουτίζουν εις βάρος των εισοδημάτων τους και μάλιστα σε τέτοιους ειδεχθείς καιρούς!