Ετικέτες

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Ο μύθος της Μεταπολίτευσης

Τις πιο σκληρές αλήθειες για την σημερινή κατάσταση δεν θα τις βρει κανείς γραμμένες σε εφημερίδες, ούτε ειπωμένες στα κανάλια. Θα τις βρείτε γραμμένες σε τοίχους, στα κέντρα των μεγάλων πόλεων, όπως πολύ σωστά έλεγαν και οι Simon & Ganrfunkel στο “Sound of Silence”. Στα Εξάρχεια, λοιπόν, την περιοχή στην οποία μαθαίνει κανείς αλήθειες και μόνο περπατώντας στα στενά τους, υπάρχει ένας τοίχος με το εξής σύνθημα: «Τόσο Ποδόσφαιρο και τόσους Μπάτσους έχουμε να δούμε από τη Χούντα».

Υπερβολές των αναρχικών θα πείτε πολλοί. Θα έχετε όμως άδικο, γιατί το νέο αστυνομοκρατικό δόγμα που έφερε μαζί του το ΠΑΣΟΚ και ο Χρυσοχοΐδης, και που στην περιοχή των Εξαρχείων, τουλάχιστον, έχει καταφέρει να στρέψει μια ολόκληρη περιοχή εναντίον της αστυνομίας και των αστυνομικών ως σύνολο, εξαιτίας της τρομερά προκλητικής συμπεριφοράς των ανδρών των δυνάμεων των ΜΑΤ, από την περασμένη Πέμπτη μπήκε σε νέα τροχιά.

Για μια ακόμη φορά εργαζόμενοι που ανήκουν στο ΠΑΜΕ και συμμετείχαν στην πορεία της περασμένης Πέμπτης στο κέντρο της Αθήνας, εντόπισαν στις τάξεις τους αστυνομικό με πολιτικά σε διατεταγμένη υπηρεσία χαφιεδισμού του χειρίστου είδους. Οι διαδηλωτές άκουσαν τον ασύρματο που ο ασφαλίτης (ποιος να μας το έλεγε ότι τόσα χρόνια μετά, θα χρησιμοποιούσαμε ακόμη τις ίδιες λέξεις) είχε μαζί του και με τον οποίο επικοινωνούσε με τους εντολείς του στην Ασφάλεια. Τον ακινητοποίησαν και του πήραν τον ασύρματο και την αστυνομική του ταυτότητα. Ο εντεταλμένος της κυβέρνησης Χρήστος Τασσακόπουλος, γεννηθείς στις 6 Νοεμβρίου 1987 στην Πάτρα είχε μπει κρυφά στην πορεία για να μπορέσει να βοηθήσει την Ασφάλεια στο αντιδραστικό και «ρουφιανικό» της έργο. Όταν ο Τασσακόπουλος έπαψε λοιπόν να έχει επαφή με την Ασφάλεια αφού ο ασύρματός του είχε κατασχεθεί από τους εργαζόμενους, κατάφτασαν δυνάμεις της αστυνομίας με μηχανάκια και αυτοκίνητα, ενώ την ίδια στιγμή οι διαδηλωτές σχημάτιζαν συμπαγείς ανθρώπινες αλυσίδες που δεν είχαν σκοπό να επιτρέψουν στις δυνάμεις της καταστολής να διασπάσουν την πορεία. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες (που δεν ανήκαν ιδεολογικά στον χώρο του ΠΑΜΕ) οι αστυνομικοί κατευθύνθηκαν εναντίον τους με γκλομπ. Μετά από αρκετή ώρα οι εργαζόμενοι πέταξαν από την διαδήλωση τον Τασσακόπουλο ο οποίος απροκάλυπτα επιβιβάστηκε σε μια αστυνομική μηχανή και αποχώρησε συνοδεία αστυνομικών δυνάμεων. Η υπηρεσιακή ταυτότητα (φωτό) και ο ασύρματος που κατέσχεσαν οι διαδηλωτές παραδόθηκαν αργότερα στο Α.Τ. Ομονοίας από αντιπροσωπεία του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ.

Το συγκεκριμένο περιστατικό αποτελεί ένα ακόμα στα πολλά που έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια σε πολλές πορείες τόσο του ΚΚΕ όσο και της ευρύτερης αριστεράς, για κάποια από τα οποία είναι μάρτυρας ακόμα και ο υπογράφων αυτό το άρθρο. Αποδεικνύουν το απίστευτο σημείο στο οποίο έχουμε φτάσει: σε μια χώρα που καμώνεται την δημοκρατική να φοβόμαστε να πάμε σε πορείες γιατί ο Μεγάλος Αδελφός μας παρακολουθεί είτε μέσα από ηλεκτρονικά είτε μέσα από πραγματικά μάτια. Η τροπή που έχουν πάρει τα πράματα μόνο ως επικίνδυνα μπορούν να χαρακτηριστούν. Εκτός από τις περικοπές στην αξιοπρέπειά μας που λαμβάνουν χώρα τους τελευταίους μήνες (είναι περικοπές αξιοπρέπειας πραγματικά. Έχουν ξεπεράσει προ πολλού το όριο των οικονομικών περικοπών), γινόμαστε μάρτυρες των περικοπών των δημοκρατικών μας ελευθεριών. Και για να το κάνουν αυτό, μάλλον κάτι φοβούνται

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

«Η θάλασσα μέσα μας…»

Ένα από τα πράματα που μου αρέσουν στη διαδικασία στην οποία έχω μπει, αρθρογραφώντας στην «Κορινθιακή» είναι η αναφορά μου στις αφορμές που μου δίνουν το έναυσμα να καταπιαστώ με ορισμένα θέματα. Λοιπόν, αν και στο παρελθόν ως αφορμές για κάτι τέτοιο έχουν σταθεί περιστατικά με φόντο τον «Προαστιακό», ή διαδικτυακά άρθρα, σήμερα η αφορμή μου είναι κάτι πολύ πιο κοινότυπο. Μία ταινία. Ευρωπαϊκή. Μεσογειακή. Ισπανική. Τελικά, όμως, παγκόσμια και πανανθρώπινη. Ο καθηλωτικός Χαβιέ Μπαρδέμ πρωταγωνίστησε το 2004 στην ταινία-σταθμό του Αλεσάντρο Αλμοδοβάρ, «Η Θάλασσα μέσα μου» με θέμα αιωνίως ταλανίζον τις ανθρώπινες κοινωνίες: αυτό της ευθανασίας. Αν και η ταινία βγήκε το 2004, εγώ ήρθα 6 χρόνια αργότερα να την παρακολουθήσω, αφού πρώτα είχε περάσει από τα DVD players όλης της Ευρώπης.

Ανοίγει θέματα ο Αλμοδοβάρ σε αυτή τη ταινία, και ξύνει πληγές. Αν μάλιστα κανείς έχει ζήσει μια παρόμοια κατάσταση με αυτή που περιγράφεται στην ταινία, πιστεύω ότι ρίχνει αλάτι σε πληγές. Το κάνει όμως με έναν πολύ ιδιαίτερο σεβασμό σε όλους όσους εμπλέκονται σε αυτή τη συζήτηση, αν εξαιρέσουμε τους απαράδεκτους δικαστικούς και θρησκευτικούς θεσμούς που αποδεικνύονται πιο αναίσθητοι από όλους.

Γιατί να επιλέξει κανείς τον θάνατο αντί για τη ζωή; Γιατί να κάνουν κουμάντο άλλοι στη ζωή ή στον θάνατό σου; Η ταινία χρησιμοποιεί ένα σύνθημα των υποστηρικτών της ευθανασίας ως βασικό της επιχείρημα: «Η ζωή είναι δικαίωμα. Δεν είναι υποχρέωση». Το ίδιο, λοιπόν, θα κάνω και εγώ.

Οι θρησκευτικοί θεσμοί, ωστόσο, παίζουν τον ρόλο τους. Η ζωή δίνεται, σου λένε, από τον Θεό, οπότε μόνο αυτός δικαιούται να την πάρει πίσω. Και όταν ο βίος είναι αβίωτος; Όταν νιώθει κανείς ότι επιβαρύνει με την ύπαρξή του, τους ανθρώπους που αγαπάει; Ποιος είναι αυτός ο Θεός που θα του απαγορεύσει να κάνει κάτι που θα ανακουφίσει τον ίδιο και τους γύρω του;

Γράφοντας αυτό το άρθρο, έψαχνα να βρω μια επίσημη δημοσκόπηση που να καταγράφει την άποψη της ελληνικής κοινής γνώμης. Καμία. Μάλλον τα θέματα αυτά δεν τα αγγίζουν ούτε αυτοί όταν έχουν λάβει γραμμές από τα κομματικά αφεντικά που είναι δούλοι των εκκλησιαστικών μεθοδεύσεων. Το μόνο που μπόρεσα να εντοπίσω ήταν διαδικτυακές σφυγμομετρήσεις, στις οποίες η πλειοψηφία του κόσμου στρεφόταν υπέρ της ιδέας της ευθανασίας. Συγκεκριμένα, σε έρευνα του iatronet.gr την οποία αυθαίρετα θεώρησα πιο έγκυρη, το 63% των ερωτηθέντων είχε θετική γνώμη για το ζήτημα ενώ σοβαρές ηθικές ενστάσεις δήλωσε μόνο το 10%. Πλήρη διαφωνία εξέφρασε το 8% και κώλυμα λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων δήλωσε το 7%.

Και οι δικαστικοί; Αυτοί και αν παίζουν ρόλους… Ο μανδύας του συντηρητισμού και της ηθικολογίας δεν ταιριάζει μόνο στους ιερείς τελικά. Σε παγκόσμιο επίπεδο (με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις) οι δικαστικές αρχές επιλέγουν με μονότονο τρόπο να εθελοτυφλούν απέναντι σε ένα θέμα που λαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις.

Το ζήτημα είναι τεράστιο και κάποτε θα πρέπει να μπει στη δημόσια συζήτηση γιατί οι πιέσεις θα γίνουν εντονότερες και οι ιθύνοντες θα πρέπει να πάρουν θέση. Η αποφυγή του, δεν θα οδηγήσει πουθενά. Θα διαιωνίσει το πρόβλημα και, μια που είμαστε τόσο «αγαπημένος» λαός, θα βρούμε μια ακόμη ευκαιρία να χωριστούμε σε δύο στρατόπεδα.